Βόλος-Εντυπωσιακά εκθέματα στο "Λαογραφικό Κέντρο Κίτσου Μακρή"

Του ανταποκριτή μας Απ. Ζώη

Ο χώρος του γραφείου, μικρός μα γεμάτος με βιβλία, φωτογραφίες και ενθυμήματα, υπήρξε ο αγαπημένος χώρος δουλειάς και δημιουργίας του Κίτσου Μακρή. Διατηρεί μέχρι σήμερα αναλλοίωτο το ύφος και τον χαρακτήρα που τού είχε δώσει ο ίδιος ο γνωστός λαογράφος κι αυτό χάρη σε μια δωρεά της οικογένειάς του, έπειτα από δική του επιθυμία.

Το γραφείο αυτό αποτελεί τμήμα του "Λαογραφικού Κέντρου Κίτσου Μακρή", που περιήλθε στην κατοχή του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας έπειτα από δωρεά της οικογένειας του λαογράφου, μετά το θάνατο του ίδιου και σύμφωνα με δική του επιθυμία.

Από το 1997, το "Λαογραφικό Κέντρο Κίτσου Μακρή" λειτουργεί ως Παράρτημα της Βιβλιοθήκης και του Κέντρου Πληροφόρησης του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και περιλαμβάνει τη λαογραφική Συλλογή του Κίτσου Μακρή, τη βιβλιοθήκη και το φωτογραφικό του αρχείο.

Σκοπός του Λαογραφικού Κέντρου είναι η επιστημονική επεξεργασία του συνόλου των τεκμηρίων της συλλογής του ώστε να μπορεί να παρέχει οργανωμένη πρόσβαση σ' αυτή. τόσο τοπικά όσο και απομακρυσμένα, μέσω διαδικτύου.

Το Λαογραφικό Κέντρο στεγάζεται στη διώροφη μονοκατοικία του Κίτσου Μακρή, η οποία κτίστηκε το 1955, σε σχέδια του αρχιτέκτονα Αργύρη Φιλιππίδη και διακρίνεται για την εκτεταμένη χρήση στοιχείων από την παραδοσιακή πηλιορείτικη αρχιτεκτονική. Σε όλους τους χώρους του οικήματος είναι εμφανής η "σφραγίδα" του Κίτσου Μακρή σε τοιχογραφίες, ψηφιδωτά και οροφογραφίες, με κορυφαία τη μεγάλη φρίζα του καθιστικού, που ταξιδεύει τον επισκέπτη στα χωριά του Πηλίου, όπως φαίνονται από τον Παγασητικό.

Επισκέψιμο είναι μόνον το ισόγειο της οικίας, όπου βρίσκονται η λαογραφική συλλογή, το γραφείο του λαογράφου και ο χώρος του καθιστικού.

Στο χώρο του καθιστικού εντυπωσιάζουν η ξυλόγλυπτη τοξοστοιχία, οι αυθεντικές ξυλόγλυπτες οροφές του 18ου αιώνα, κυρίως όμως η ζωγραφική φρίζα που περιτρέχει τους τοίχους του καθιστικού και απεικονίζει, με τη γλαφυρότητα της λαϊκής τοπιογραφίας, το Βόλο και τα χωριά του Πηλίου. Η τοιχογραφία φέρει την υπογραφή του Κίτσου Μακρή και τη χρονολογία 1959.

Σε ειδικές προθήκες εκτίθενται, επίσης, φωτογραφίες από τη ζωή και το έργο του Κίτσου Μακρή, δηλαδή από τις επιτόπιες έρευνές του, την επιστημονική και πολιτική του διαδρομή, όπως επίσης πρωτότυπες επιστολές αλληλογραφίας με σημαίνοντα πρόσωπα του πνεύματος και της τέχνης, ορισμένα προσωπικά του αντικείμενα, οι τιμητικές του διακρίσεις και αντίτυπα των βιβλίων του, τα οποία και συνοψίζουν το συγγραφικό του έργο.

Ιδιαίτερο λαογραφικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν αντικείμενα και έργα λαϊκών δημιουργών, που κατά τη διάρκεια των ερευνών του συγκέντρωσε και πολλές φορές διέσωσε από βέβαιη καταστροφή ο Κίτσος Μακρής. Το υλικό αυτό εντάσσεται χρονολογικά στον 18ο, 19ο και 20ο αιώνα και προέρχεται κυρίως από την περιοχή του Πηλίου. Πρόκειται για ξυλόγλυπτα, αντιπροσωπευτικά δείγματα εκκλησιαστικής τέχνης, μεταβυζαντινές εικόνες, αντικείμενα καθημερινής χρήσης από ξύλο, χαλκό και πηλό, κοσμήματα και άλλα είδη αργυροχρυσοχοΐας, κεραμικά, δείγματα κεντημένων ενδυμάτων, μουσικά όργανα και λίγα αντικείμενα μικροτεχνίας.

Στα πιο εντυπωσιακά εκθέματα της Συλλογής συγκαταλέγονται οι τοιχογραφίες του Παγώνη και του γιου του Αθανάσιου Παγώνη, ζωγράφων με καταγωγή από τους Χιονιάδες της Ηπείρου, εγκατεστημένων μόνιμα στη Δράκεια από τις αρχές του 19ου αιώνα.

Η μεγάλη τοιχογραφία-τοπιογραφία του πατέρα Παγώνη, κύριο ζωγραφικό θέμα στο κατεστραμμένο σήμερα παράσπιτο του αρχοντικού Τριανταφύλλου στη Δράκεια (1832), αποτελεί ένα από τα μοναδικά έργα της διακοσμητικής ζωγραφικής των αρχοντικών του Πηλίου που έχουν διασωθεί. Παρομοίως, αξιόλογα δείγματα λαϊκής διακοσμητικής ζωγραφικής αποτελούν οι τοιχογραφίες-τοπιογραφίες του Θανάση Παγώνη καθώς και το εξαιρετικής εκφραστικότητας και ήθους πορτρέτο του Ρήγα Φεραίου, έργα που στο σύνολό τους προέρχονται από το πατρικό του σπίτι στη Δράκεια (1870).

Ιδιαίτερη θέση στη λαογραφική Συλλογή κατέχουν τα 25 έργα του λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου Χατζημιχαήλ (†1934), ο οποίος έζησε στο Πήλιο από τα τέλη του 18ου αιώνα μέχρι το 1927. Έργα του, όπως "Οι Νεόνυμφοι", "Οι τρεις Καπεταναίοι συμφιλιωθέντες", "Ο χαιρετισμός του Μάη", "Ρομβέρτος και Ιουλία", καθώς και εικόνες του με σημαντικότερη την Παναγία Βρεφοκρατούσα, εκπροσωπούν επάξια την πρώιμη περίοδο του ζωγράφου και κεντρίζουν με τη δύναμη της έκφρασης και των χρωμάτων τους το ενδιαφέρον του επισκέπτη.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Κίτσος Μακρής με το βιβλίο του "Ο ζωγράφος Θεόφιλος στο Πήλιο" (1939) συγκαταλέγεται στους πρώτους μελετητές του.

Ιστιοφόρα, μπάρκες, γοργόνες και άλλα ναυτικά θέματα, έργα του λαϊκού ζωγράφου και ναυπηγού Νικόλαου Χριστόπουλου (1880-1967) κοσμούν τον τοίχο πλάι στην εσωτερική σκάλα του κτιρίου. Αξιόλογη είναι η συλλογή χαρακτικών του Κέντρου, όπως οι χάρτινες εικόνες που κοσμούν τους τοίχους του κλιμακοστασίου και κυρίως οι δύο χάλκινες μίτρες, από τις οποίες τυπώνονταν οι εικόνες αυτές σε εργαστήρια του Αγίου Όρους.

Από τον Σεπτέμβριο του 2002 φιλοξενούνται στο χώρο του Λαογραφικού Κέντρου Κίτσου Μακρή εκπαιδευτικά προγράμματα με στόχο την εξοικείωση των παιδιών με τη λαϊκή τέχνη, τη γνωριμία με την ελληνική παράδοση και τη συνάντησή τους με άγνωστες πτυχές της πολιτιστικής μας ταυτότητας. Οι επισκέψεις των σχολικών μονάδων και η συμμετοχή τους στα εκπαιδευτικά προγράμματα καθορίζονται μετά από συνεννόηση με τους υπευθύνους του Λαογραφικού Κέντρου.

Λίγα λόγια για τον Κίτσο Μακρή

Ο Κίτσος Μακρής αφιέρωσε τη ζωή του στη μελέτη και την ανάδειξη της ελληνικής λαϊκής δημιουργίας. Δημοσίευσε συνολικά 47 βιβλία και μελέτες σε θέματα λαογραφικού και καλλιτεχνικού ενδιαφέροντος.

Παράλληλα, έδωσε πλήθος διαλέξεων, πήρε μέρος σε τουλάχιστον τριάντα επιστημονικά Συνέδρια στην Ελλάδα και το εξωτερικό, πραγματοποίησε εκθέσεις για τη λαϊκή τέχνη, συμμετείχε σε ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές και συνεργάστηκε με τοπικές και αθηναϊκές εφημερίδες και περιοδικά, αρθρογραφώντας σε θέματα τέχνης και πολιτισμού.

Διετέλεσε Διευθυντής του παραρτήματος Θεσσαλίας του Εθνικού Οργανισμού Ελληνικής Χειροτεχνίας (1964-1967, 1974-1982), μέλος του Δ.Σ. των Φιλότεχνων Βόλου και της Πανελλήνιας Πολιτιστικής Κίνησης, πρόεδρος της Εταιρείας Θεσσαλικών Ερευνών και του ελληνικού τμήματος του ICOMOS, μέλος της Διεθνούς Ένωσης Τεχνοκριτικών, της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών και της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ